Ο Καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου Νίκος Κιτσίκης ήταν αληθινά ένας μεγάλος (ο οποίος πίστευε στην δημοκρατία του λαού και την ελευθερία της έκφρασης .2)

Στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» σήμερα καταχωρώ το δεύτερο μέρος του γραφτού για τον Καθηγητή του Ε.Μ. Πολυτεχνείου Νίκο Κιτσίκη:

Nikos_Kitsikis(commons)

«Θυμούμαι στο Παρίσι – συνεχίζει ο Παύλος Κυριαζής – μετά τα πρώτα απελευθερωτικά χρόνια, είχα (συναντήσει) έναν Έλληνα αρχιτέκτονα, που διωγμένος από την θέση του στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο, ήρθε όταν έφευγα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, κρατώντας μια μπουκάλα Γαλλικό κρασί.

– Δώστο στον Κιτσίκη, μου είπε. Και πες του πως δεν τον ξεχνάμε!

Αυτό το φτωχό δώρο το δέχτηκε ο Δάσκαλος με την μεγαλύτερη συγκίνηση. Ήταν οι μέρες των πικρών απογοητεύσεων και των κατατρεγμών. Απομονωμένος ο Κιτσίκης στο ερημητήριό του, εξακολουθούσε να μελετάει και να ελπίζει διατηρώντας αμείωτη την ευψυχία του. Μα την ώρα που κρατούσε στα χέρια του την προσφορά, δάκρυσε.

– Ώστε με θυμούνται; Ναι, με θυμούνται και μ’ αγαπούν. Αυτό είναι το μεγάλο μου κέρδος κι η χαρά, πρόσθεσε.

Απ’ την επαφή αυτή με την νεότητα, με την σπουδάζουσα νεότητα, αλλά και με τους ανθρώπους του λαού, αντλούσε δύναμη και αυτοπεποίθηση ο Κιτσίκης. Και, ίσως, εκείνη η περίοδος των δοκιμασιών, που εντοπίζεται ανάμεσα στα 1947-1950, ήταν η πιο μεστή σε ευφορία σκέψης και μελετών, μέσα στην πολυκύμαντη ζωή του.

Ήταν μια πνευματική απόλαυση για τον συνομιλητή του όταν ιστορούσε τις ακαδημαϊκές και οικογενειακές του περιπέτειες και την αγνωμοσύνη ορισμένων ανθρώπων και φίλων του, στους οποίους είχε παρασταθεί. Το μεγαλείο όμως της ψυχής του Νίκου Κιτσίκη φαινόταν κάπου αλλού: Για κανένα απ’ όσους τον έβλαψαν, δεν εκδήλωνε δυσαρέσκεια, αλλ’ ούτε το ελάχιστο ίχνος πικρίας. Δεχόταν όσα έρχονταν, όλες τις αντιξοότητες και τις εχθρότητες, με εγκαρτέρηση και αγάπη. Όπως ένας καλός καπετάνιος αντιμετωπίζει ψύχραιμα τα αγριεμένα κύματα του πελάγου.

Η παρουσία του μέσα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο απ’ το 1956, σε πέντε συνεχείς Συνόδους, ήταν πολύτιμη. Πολύτιμη, όχι μόνον για το κόμμα που διακονούσε, αλλά για όλες τις πτέρυγες της Βουλής. Μέσα στην κατά πλειονότητα μάλλον μετριότητα των μελών της ο Κιτσίκης ήταν απ’ τις λίγες εξαιρέσεις που δημιουργούσε ένα κλίμα ενδιαφέροντος και σεβασμού. Πολλές του αγορεύσεις ήταν αληθινά μνημεία επιστημονικής και φωτισμένης αντιμετώπισης μεγάλων κοινωνικών, οικονομικών και εθνικών μας προβλημάτων.

Ένα πρωί, πολύ πρωί, με ζήτησε στο τηλέφωνο. Εκείνη την περίοδο – έχουν περάσει από τότε 15 χρόνια – δημοσιευόταν μια έρευνα του υποφαινόμενου σε πρωινή εφημερίδα για τις αθρόες αγορές τουριστικών εκτάσεων της Ελληνικής γης από ξένους.

– Σε παρακαλώ, μου είπε, έλα αν είναι δυνατόν εντός της ημέρας στο σπίτι. Θέλω να μου δώσεις στοιχεία γι’ αυτό το ύψιστο εθνικό θέμα της απεμπόλησης της Ελληνικής γης. Θα μιλήσω στην Βουλή.

Του έδωσα αρκετά στοιχεία. Τα μελέτησε, μα ζητούσε και εξονυχιστικές διευκρινίσεις και πληροφορίες. Σε μια πολύωρη συνάντηση αντιμετώπισα καταιγισμό ερωτήσεων. Ήθελε να διαλευκάνει και τις πιο λεπτομερειακές πτυχές του θέματος. Ήταν μια επίπονη προετοιμασία για τον λόγο του. Αυτό γινόταν, πάγια, πριν από κάθε ομιλία του. Κι αυτός ο σοφός δεν έπαυε ποτέ να ρωτάει και να μαθαίνει. Η πνευματική οίηση τού ήταν κάτι άγνωστο.

Θα έπρεπε κάποτε να εκδοθούν σε ιδιαίτερο τόμο αυτές οι αγορεύσεις του Κιτσίκη στην Βουλή. Μας έκανε εντύπωση, τότε, στην εποχή εκείνη των πολιτικών οξυτήτων, με τι προσοχή ακουγόταν απ’ όλες τις πλευρές. Θυμούμαι τον Γεώργιο Παπανδρέου, που τον χώριζαν μεγάλες διαφορές με τον Κιτσίκη, που κρατούσε σημειώσεις των επιχειρημάτων του αντιπάλου του. Ο Κιτσίκης κι απ’ το βήμα της εθνικής αντιπροσωπείας δεν έπαυε να είναι ένας Δάσκαλος στα πιο ζέοντα, τα πιο μεγάλα προβλήματα του Ελληνισμού.

Σκεπτόταν, στοχαζόταν ελεύθερα, χωρίς προκαταλήψεις και δογματισμούς. Πίστευε στην Δημοκρατία του Λαού και την ελευθερία της έκφρασης. Πολλές φορές οι απόψεις του δυσαρεστούσαν πολλούς. Ακόμα και την ίδια την πολιτική του παράταξη. Απάνω όμως απ’ όλα τοποθετούσε το χρέος του πολιτικού – και του πνευματικού ανθρώπου – να διατυπώνει την αλήθεια. Εξέφραζε την σκέψη του. Εκδήλωνε με παρρησία αυτό που πίστευε, έστω κι αν αυτό του στοίχιζε. Σκεφτόταν πολύ – αποφάσιζε γρήγορα. Νομίζω πως του ταιριάζουν τα λόγια του Ρήγα:

Όποιος στοχάζεται ελεύθερα, στοχάζεται σωστά».

Οφείλω τώρα να προσθέσω ότι όσα δυο μέρες τώρα καταχώρησα εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», έχουν δημοσιευθεί στο χιλιοστό τεύχος του Ενημερωτικού Δελτίου του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος (3 Ιουνίου 1978, Σελ. 13-15) και φέρουν την υπογραφή του εξαιρετικού δημοσιογράφου Παύλου Κυριαζή.

Κώστας Π. Παντελόγλου
Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013