Για το 114 (ένα μελέτημα που η χρησιμότητά του κάθε άλλο παρά περιορίζεται στον χωροχρόνο της Ελλάδας του ’60, ενώ αναφέρεται όλως διαφωτιστικά και στο ζήτημα της βίας)

Από τις ξεχωριστές στιγμές των χρόνων του ’60 ήταν οι κινητοποιήσεις για την Δημοκρατία με σύνθημα το 1-1-4 («ένα, ένα, τέσσερα»).

Η ελληνική σημαία, παραλλαγμένη με το "114", κυματίζει στα προπύλαια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου
Η ελληνική σημαία, παραλλαγμένη με το «114», κυματίζει στα προπύλαια του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου

Ξεκίνησαν τέλη Μάρτη-αρχές Απρίλη 1962. Πρωτοκινητοποιηθήκαμε οι φοιτητές και οι σπουδαστές. Ήταν λίγο καιρό μετά τις εκλογές βίας και νοθείας της 29ης Οκτωβρίου 1961 – τις εκλογές που είχε «κερδίσει» η ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή – και ενώ συστηματική ήταν η παρουσία του «Σπουδαστικού» της Ασφάλειας σε όλους τους Πανεπιστημιακούς χώρους, και παράλληλα εξελίσσονταν οι προσπάθειές μας να απαλλαγούν οι Σύλλογοί μας από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της ΕΚΟΦ.

Χιλιάδες φοιτητές και σπουδαστές ορκιστήκαμε τότε σε συγκέντρωσή μας με το «114» καρφιτσωμένο στο σακάκι ή το πουλόβερ μας και στη σκηνή του θεάτρου να δεσπόζει ένα τεράστιο πανώ με τα λόγια του Ρήγα Φεραίου «Συλλογάται καλά όποιος συλλογάται ελεύθερα», τούτο τον όρκο: «Ορκίζομαι να φυλάττω το Σύνταγμα και την Δημοκρατία πιστός στις παραδόσεις της Ελληνικής Νεολαίας και να προασπίζω τις Ακαδημαϊκές Ελευθερίες και το Ακαδημαϊκό Άσυλο. Ζήτω η Δημοκρατία.»

Στο ψήφισμά μας καλούσαμε την κυβέρνηση να σέβεται στο εξής το Ακαδημαϊκό Άσυλο, να καταργήσει το «Σπουδαστικό» της Ασφάλειας, να απομακρύνει τα αστυνομικά όργανα από τους Πανεπιστημιακούς χώρους διότι «άλλως οι φοιτηταί θα νομιμοποιηθούν ν’ αντιτάξουν ενεργητικήν άμυναν κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 114 του Συντάγματος», ενώ δεν παραλείπαμε να καλούμε και τις Διοικήσεις των Ανωτάτων Σχολών και τους Πανεπιστημιακούς Διδασκάλους να συμπαρασταθούν ενεργώς.

Ξεχωριστή στιγμή των χρόνων του ’60 θεωρώ και ένα μελέτημα διακεκριμένου νομικού (με σημαντική συμβολή στο Δίκαιο της Δημοκρατίας) για το «114», που είδε το φως της δημοσιότητας μια άλλη περίοδο έντονων κινητοποιήσεων με σύνθημα το 1-1-4, την περίοδο  του βασιλικού πραξικοπήματος και της αποστασίας το καλοκαίρι του 1965.

Το μελέτημα αυτό – που το καταχωρώ αμέσως παρακάτω εδώ στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» – το διακρίνει η εξαιρετική νομικοϊστορική θεμελίωση ανατρέχουσα σε αιώνων δεδομένα ελληνικά και ξένα, και η χρησιμότητά του κάθε άλλο παρά περιορίζεται στον χωρόχρονο της Ελλάδας του ’60, ενώ αναφέρεται όλως διαφωτιστικά και στο ζήτημα της βίας.

Το μελέτημα αυτό δεν πρόσφερε μόνο στήριξη τότε, δεν προσφέρει μόνο στην γνώση της ιστορίας σήμερα, μπορεί να φωτίζει και τα βήματα στο παρόν και το μέλλον όσων νιώθουν δυνατή την λάμψη στο μυαλό και ζεστή την φλόγα στο στήθος.

Ας το διαβάσουμε λοιπόν:

«Σε όλη την διάρκεια του ανενδότου αγώνος για την επικράτηση της Δημοκρατίας που κατέληξε στην ήττα της Δεξιάς [τόσο στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963 όσο και εκείνες της 16ης Φεβρουαρίου 1964], αλλά και τώρα με τις λαϊκές κινητοποιήσεις ειρηνικής διαμαρτυρίας για την συνταγματική εκτροπή της 15ης Ιουλίου 1965 που ως αυτή την στιγμή συνεχίζεται, το άρθρο 114 του Συντάγματος υπήρξε και είναι το πανελλαδικό σύνθημα των αγωνιστών της Δημοκρατίας: – Ένα, ένα, τέσσερα!

Η επίκληση του άρθρου 114 αποτελεί πολιτική πράξη στο χώρο της υπερασπίσεως των ελευθέρων θεσμών του πολιτεύματός μας. Κατά το άρθρο 114 του Συντάγματος της 1ης Ιανουαρίου 1952:

«Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων.»

Εδώ δεν εκφράζεται απλώς μια ευχή. Η διάταξη του άρθρου 114 έχει ουσιαστικό περιεχόμενο γιατί όπως αναφέρεται και στην Εισηγητική Έκθεση:

«Το άρθρον τούτο είναι μεν το τελευταίον, αλλά το κυριώτερον, διότι πάντα τα άλλα είναι έκφρασις ευχών του Έθνους, ενώ τούτο είναι ο τρόπος δια του οποίου θέλουν πραγματοποιηθή αι ευχαί αύται».

Συνδέεται δηλαδή με την αρχή της Λαϊκής Κυριαρχίας του άρθρου 31. Και από φιλοσοφική άποψη με την αντίσταση στην καταπίεση. Με το άρθρο 114 ιδρύεται πάγιο και αναφαίρετο δικαίωμα του Λαού για την προστασία των ελευθεριών του. Έτσι, το άρθρο 114 συνδέεται με την περιφρούρηση της δημοκρατικής και συνταγματικής τάξεως του δημοσίου βίου της Χώρας. Εδώ ο κυρίαρχος Λαός από τον οποίο πηγάζουν όλες οι εξουσίες αυτοϋπερασπίζεται τις κατακτήσεις του.

Το άρθρο 114 έχει τις ρίζες του στους επικούς αγώνες των Ελλήνων για την ελευθερία. Περιέχεται στους ορισμούς του άρθρου 35 του πολιτεύματος του Ρήγα Φεραίου (πρβλ. και άρθρον 11 πολιτεύματος, βλ. Γιάνη Κορδάτου: Ρήγας Φεραίος και η Βαλκανική Ομοσπονδία – Αθήνα 1945, σ.134-141). Έγινε εθνική πράξη στα ψηφίσματα των Εθνοσυνελεύσεων της Επαναστάσεως του 1821 (Γ.Φιλάρετου: Σύνταγμα της Ελλάδος, σ.265). Στο ψήφισμα της Γ’ Εθνοσυνελεύσεως των Ελλήνων η τήρηση του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος: «αφιερούται εις την πίστιν της Βουλής, του Κυβερνήτου και του Δικαστικού δια να διατηρήται εν ακριβεία· αφιερούται εις την εύνοιαν των Λαών και εις τον πατριωτισμόν παντός Έλληνος, δια να ενεργήται καθ’ όλην την έκτασιν» (Μάμουκα: Τα κατά την Αναγέννησιν [της Ελλάδος] Θ’ 151. Επίσης βλ. Πρακτικά Δ’ Εθνοσυνελεύσεως 511). Για πρώτη φορά η διάταξη του άρθρου 114 περιελήφθη στο Σύνταγμα του 1844 (άρθρο 107). Και από τότε απαράλλακτο το άρθρο τούτο επαναλαμβάνεται σε όλα τα Συντάγματα, στο άρθρο 110 του 1864/1911 και στο άρθρο 127 του 1927.

Η συνταγματική ερμηνεία του είναι σαφής. Ο Νομοδιδάσκαλος Ν. Ι. Σαρίπολος γράφει:

«Ει δε της τάξεως εν η έκαστος αυτών (των αρχόντων) ετάχθη παρεκκλίνωσι, δι’ ηπίων μεν λόγων το πρώτον και των συνταγματικών μέσων ποιούμενον (το κυρίαρχον Έθνος) χρήσιν, ειδοποιήσει αυτούς ότι εφίσταται και γρηγορεί, ίνα μη από ελευθέρας εις δουλικήν εκπέση κατάστασιν, τούτων δε παρακουσάντων αυτού ενασκήσει κατ’ αυτών την εθνικήν αυτού κυριαρχίαν, υπακούον τη λογική αυτού φύσει και τω του Συντάγματος εν άρθρω 110 κελεύσματι …

Την σπουδαιότητα των θεμελιωδών θεσμών συνειδότα τα ελεύθερα των Εθνών, απαξάπαντας τους πολίτας έταξαν εις την τούτων φρουράν …

(Επί ασεβούς κατά του Συντάγματος προσβολής και επιόρκου παρανομίας) το Έθνος ποιήσηται χρήσιν των ηπίων μέσων πριν ή εις το έσχατον καταφύγη το εν άρθρω 110
αναγεγραμμένον. Τοιαύτα δε ήπια μέσα εισί: α) η δια του Τύπου έκφρασις ως και δια των εν υπαίθρω συναθροίσεων, αγορεύσεων και εν ησυχία και τάξει διαδηλώσεων, ότι το Έθνος δυσανασχέτως, έχει· β) η δι’ αναφορών προς τον βασιλέα  επίκλησις όπως ευόρκως τηρήση ας έδωκεν υποσχέσεις … Εάν δε κατά τούτοις χρησαμένων αντιταχθή βία, βίαν αντί βίας δικαιούται αντιτάξαι το Έθνος» (Ν. Ι. Σαρίπολος: Συνταγματικόν Δίκαιον Δ’ §§ 63, 165, 228).

Ο Ν. Ι. Σαρίπολος ήταν και ο εισηγητής του Συντάγματος 1864. Κι’ ο Θ. Φλογαΐτης γράφει πάλι (Συνταγματικόν Δίκαιον 1879 σ. 341) ότι με την φράση «πατριωτισμός των Ελλήνων» καθιερούται εδώ η «παρά τοις Άγγλοις λεγομένη ελευθερία της αντιστάσεως υπό την πλατυτέραν της λέξεως έννοιαν». Ο Κυριακός επίσης υποστηρίζει ότι «εν παντί Συντάγματι υπονοείται αφ’ εαυτής η αντίστασις» (Ερμηνεία – Εισαγωγή § XII και Σχόλια στα άρθρα 103 και 110). Κι’ ο Αλ. Σβώλος πως η αντίσταση του άρθρου 114 είναι το «κοινωνικόν αντίρροπον της εξουσίας των κυβερνώντων» (Συνταγματικόν Δίκαιον 1934 σ.106-107).

Με το άρθρο 114 … η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται και με τις Ευρωπαϊκές δημοκρατικές παραδόσεις που χρονολογούνται από τον Μεσαίωνα – το άρθρο 61 του «Μεγάλου Χάρτη» του 1215 – και πιο ύστερα τις Διακηρύξεις των ετών 1789 και 1793. Οι παραδόσεις αυτές έχουν την φιλοσοφική και νομική καταγωγή τους στην Μεταρρύθμιση και την Αναγέννηση, στην αυγή του Φυσικού Δικαίου. Ολοκληρώνεται με τον Φωτισμό του 17ου-18ου αιώνος. Κι’ από εκεί φθάνουν στον εθνομάρτυρα Ρήγα Φεραίο και στον εθνικό μας χώρο.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η συνταγματική ιστορία και ερμηνεία του άρθρου 114 του Συντάγματος. Η επίκαιρη επίκλησή του στις ειρηνικές κινητοποιήσεις του Λαού μας που διαμαρτύρεται για την νέα παραβίαση των αρχών του πολιτεύματός μας, εμπλουτίζει αυτές τις δημοκρατικές παραδόσεις αγώνων για την ελευθερία και την νομιμότητα, αλλά και δίνοντάς τους νέο αίμα αντλεί αείζωη δύναμη.»

Οφείλω τώρα να σημειώσω ότι το μελέτημα αυτό είναι του Δήμου Μέξη και δημοσιεύθηκε στην «Πολιτική-Οικονομική Έρευνα» του Γιάννη Βιστάκη το 1965.

Κώστας Π. Παντελόγλου