Εις ανάμνησιν στιγμών νεανικών: μια ακόμη εκδήλωση στην πορεία για την αναγέννηση της Ελληνικής μουσικής (Μάρτιος 1961)

Τον Μάρτιο του 1961, στο «Νέο Θέατρο», ο Σύλλογος Φοιτητών Νομικής «Η Θέμις» είχε την πρωτοβουλία μιας βραδιάς με τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και σχετική συζήτηση.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στη σκηνή του "Νέου Θεάτρου". Φωτογραφία δημοσιευμένη στην "Πανσπουδαστική"
Ο Μίκης Θεοδωράκης στη σκηνή του «Νέου Θεάτρου». Φωτογραφία δημοσιευμένη στην «Πανσπουδαστική»

Είχαν τραγουδήσει η Μαίρη Λίντα, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Θύμη, ο Στέλιος Καζαντζίδης, η Μαρινέλλα, ενώ είχε παίξει μπουζούκι ο Μανώλης Χιώτης.

Η εφημερίδα «Η Αυγή» έγραφε τότε: «Η ενθουσιώδης υποδοχή που επεφύλαξε η νεολαία σε κάθε τραγούδι του Θεοδωράκη, η συμμετοχή της σ’ αυτά, που άλλοτε εκφραζόταν με γεμάτη συγκίνηση σιωπή κι’ άλλοτε με ομαδικό τραγούδι, καθώς και η ερώτηση: «Ζητάμε από σας να μας οπλίσετε για τους επικριτές σας, γιατί εμείς αγαπήσαμε τα τραγούδια σας», έδωσαν μιας εξαρχής τον τόνο και το πνεύμα της συζήτησης».

Στον Μίκη Θεοδωράκη ετέθη το ερώτημα: «Μερικοί επικριτές σας … διάλεξαν … 2-3 χασικλίδικα τραγούδια και κακοχαρακτήρισαν όλη την λαϊκή μουσική, μαζί και την δική σας. Τι έχετε να πείτε; Μπορείτε με απλά λόγια να μας δώσετε τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μουσικολογικά το καλό τραγούδι;»

Να και η απάντηση του Μίκη, όπως την κατέγραψε τότε η «Πανσπουδαστική»: «Οπωσδήποτε απορρίπτω κι’ εγώ τα χασικλίδικα τραγούδια αν και κάποτε έχουν αριστουργματική μελωδία. Αλλά εκτός αυτών υπάρχουν άλλα – τόσα πολλά – καλά λαϊκά τραγούδια που  εξυμνούνε αισθήματα όπως ο έρωτας, η αγάπη στη μάνα, η νοσταλγία του ξενητεμένου, κά. Και δεν βρίσκω για ποιο λόγο όταν μιλώ για λαϊκή μουσική οι κύριοι αυτοί σκέπτονται αμέσως το «Μούπαν πως είσαι μάγκας είσαι και χασικλής» και δεν σκέπτονται το «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» ή το «Συννέφιασε, συννέφιασε». Όσο για την μελωδία τους νομίζω ότι κατάγονται κατ’ ευθείαν από τα βυζαντινά μέλη.  Π.χ.το «Τα ματόκλαδά σου λάμπουν» του Μάρκου Βαμβακάρη ή η «Συννεφιασμένη Κυριακή» του Βασίλη Τσιτσάνη θυμίζουν πάρα πολύ το «Τη Υπερμάχω» και το «Άλαλα τα χείλη των ασεβών». Το καλό λαϊκό τραγούδι χαρακτηρίζεται από την απλή γραμμή της μελωδίας χωρίς φιοριτούρες και τον λαϊκό ρυθμό. Αυτός ο ρυθμός που φτάνει κάποτε σε ύψη αριστουργηματικής τέχνης (χασάπικος). Και νομίζω είναι προτιμώτερο να συνοδεύει τα συναισθήματα του λαού μας ο αυστηρός, δωρικός και ανδροπρεπής χασάπικος παρά οι διάφοροι νοτιοαμερικανικοί ή ευρωπαϊκοί ρυθμοί…».

Στην εκδήλωση της «Θέμιδος» στο «Νέο Θέατρο» ετέθη επί τάπητος και το ζήτημα των διαφορών δημοτικού και λαϊκού τραγουδιού.

Ιδού η τοποθέτηση του Μίκη και πάλι κατά την καταγραφή της «Πανσπουδαστικής»: «Το δημοτικό τραγούδι φτιάχθηκε από ένα ωρισμένο πρόσωπο και αφού πέρασε από τα χείλη του λαού, που του αφαίρεσε κάθε στοιχείο ξένο προς τον λαό, κατέληξε στο ανώνυμο αυτό αριστούργημα όπως το ξέρουμε σήμερα. Έτσι εξηγούνται και οι παραλλαγές καθενός δημοτικού τραγουδιού που είναι ποικίλες κατά περιοχές. Το δημοτικό τραγούδι είναι κυρίως τραγούδι του χωριού. Έτσι μέσα του έχει φύση, λυρισμό, επανάσταση, κλάμα, γέλιο. Το λαϊκό τραγούδι είναι γέννημα της πόλης. Ο συνθέτης του έχει υποστή την επιρροή της πρώτης μουσικής τροφής όλων μας: της εκκλησιαστικής. Εξ ου η σύνδεση με το Βυζάντιο. Σήμερα γνωρίζουμε τον συνθέτη του τραγουδιού κι’ αυτό χάρις στα τεχνικά μέσα (ράδιο, γραμμοφωνικές εταιρείες κλπ.). Το λαϊκό τραγούδι σαν γέννημα της πόλης έχει συνήθως διάφορο περιεχόμενο: δουλειά, ταβέρνα, μεροκάματo, φυλακή, μετανάστευση, απαισιοδοξία. Και είναι πολλές φορές το λαϊκό τραγούδι μοιρολόι, γιατί έτσι επιβάλλουν οι συνθήκες που το γέννησαν. Μη το κατηγορούν λοιπόν γι’ αυτό ως αντιπροοδευτικό. Σας υπενθυμίζω ότι οι επαναστάσεις και τα άλματα δεν γίνηκαν ποτέ με εμβατήρια αλλά με μοιρολόγια».

Μεταφέρω εδώ, στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας», και ορισμένα άλλα που γράφτηκαν τότε στην «Πανσπουδαστική» για την εκδήλωση της «Θέμιδος» στο «Νέο Θέατρο», διότι έχουν την σημασία τους· και πρώτα μερικά από τον πρόλογο του σχετικού δημοσιεύματός της:

«Στο «Νέο Θέατρο» ασυνήθιστη κίνηση. Συνωστισμός, έντονη ατμόσφαιρα. Στην σκηνή βρίσκεται ο άνθρωπος που τάραξε τα λιμνασμένα σχεδόν νερά της Ελληνικής Μουσικής και που χώρισε τους Έλληνες σε μερικούς συνοφρυωμένους επικριτές και σε πολλούς πάμπολλους υποστηρικτές και ένθερμους θιασώτες, ο Μίκης Θεοδωράκης. Μαζί του ο Δημήτρης Χριστοδούλου, γνωστός ποιητής που έγραψε στίχους για τα τραγούδια του Μίκη και ο Πρόεδρος του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής συνάδελφος Αλέξανδρος Μπέτσης».

Ακολουθούν μερικά από τον επίλογο του σχετικού δημοσιεύματος της «Πανσπουδαστικής»:

«Η ώρα είναι ήδη 11. Κανείς δεν λέει να σηκωθή να φύγει. Επικρατεί όμως η λογική. Ο συνάδελφος Μπέτσης με ευγενέστατο τρόπο μας εξαποστέλνει, γιατί την άλλη μέρα ο Θεοδωράκης και οι άλλοι έχουν από νωρίς ηχογράφηση. Έξω από το θέατρο πυκνές παρέες συζητούν. Κάποιος μου εμπιστεύθηκε πως μια-δυο τέτοιες εκδηλώσεις τον χρόνο νάχαμε, θάχαμε γίνει άνθρωποι της προκοπής. … Πάντως ένα είναι το ζήτημα: ότι τέτοιες εκδηλώσεις πρέπει να πολλαπλασιασθούν. Σφίγγω το χέρι των φοιτητών της Νομικής που άρχισαν. Μακάρι να συνεχίσουν έτσι λαμπρά».

Στο επόμενο της φύλλο (15 Μαΐου 1961) η «Πανσπουδαστική» είχε χαρακτηρίσει την εκδήλωση του Συλλόγου Φοιτητών Νομικής «Η Θέμις» με τον Μίκη Θεοδωράκη ως θαυμασία (Σελ. 14).

Οι ανήσυχοι νέοι του ’60 είχαμε κάνει την επιλογή μας.

Η εφημερίδα «Η Αυγή» έγραφε τότε στο ρεπορτάζ της για την εκδήλωση των φοιτητών της Νομικής στο «Νέο Θέατρο»: «Η νεολαία μας έχει γνώμη πάνω στο επίμαχο θέμα. Θα πρέπει να την λάβουμε σοβαρά υπ’ όψη». Και πιο κάτω στο ίδιο ρεπορτάζ σημείωνε: «Η σπουδάζουσα νεολαία μας παρακολουθεί άγρυπνα, ενδιαφέρεται με πάθος και θέλει να παίξει τον ρόλο της σ’ ό,τι αφορά την σύγχρονη κουλτούρα μας και την διαμόρφωσή της μέσα στα σωστά πλαίσια της παράδοσης και της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας» (βλ. το φύλλο της 29ης Μαρτίου 1961).

Κώστας Π. Παντελόγλου
Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

1 Comment

Comments are closed.